Ελάτε στην παρέα μας !

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Ου Ρουφιάνους!

Απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Στέφανου Γ. Πρίντσιου «Εν Καναλίοις – Λεύκωμα Ενθυμήσεων» Β’ τόμος.
Η Ρουφκιάνους!
…Όμους οι Καναλιώτις είχαν κι έχουν ακόμα μιράκ(ι) μιγάλου για του χουριό. Όσου μακρύτιρα ξινιτεύουνταν τόσου πιρισσότιρου του λαχταρούσαν. Αυτήνια η λατρεία, αυτός η έρουτας, φαίνουνταν κι φαίνιτι απ’ τσι άσουτις δουρειές.
Οπ’ κι να στριψ’ς στα Κανάλια θα πέεις απάν σι δουρειά, κυρίους απού ξινιτιμένουν. Απού λίγις χιλιάδις δραχμές ως κι ικατουμμύρια, όπους του Κτίριου του Λιασκουβίτ(η).
Στσι ικκλησίις κι τα ξουκλήσια, αγιουγραφήσεις, πιζούλια, κιραμίδια, αυλές, κάγκιλα, βρύσις, σι ούλου του χουριό άσουτις οι δουρειές απού Σδρουλέοι, Κατιρέοι, Πυργιουτέοι, Πασχέοι, Παπαγιουργέοι, Πουλιέοι, Μπρακατσουλέοι, Λασδέοι, Θιέοι, ένα κάρου ουνόματα…! 
Κι του μιγάλου ρουλόι στου καμπαναριό κι αυτό δουρεά είν του, του Γιδαράκου.

 Ν’ακούς τ.ν ιστουρία στουν ίσκιου, κατ’ απ’ τουν πλάτανου στη Βρύσ(η) κι να ξιστρίβισι στου γέλιου:

-«Τα παλιά τα χρόνια απ’ λέτι, ούτι ρουλόια είχαμαν στου χουριό, ούτι ράδια για να μαθαίν’ς τι ώρα είνι. 
Αλλιώς τη λουγάριαζι η κόσμους. Έπιφτι η ήλιους, ήξιρι, έφιγκι κι έδουνι η ήλιους πάλι ήξιρι, τόσου είνι στη μ’ση αξιάλ(η), τόσου στη μίνια!
Κι για καπνό απ’ πάειναν σιακάτ τη νύχτα, απ’ τα κουκόρια σκώνουνταν!
Σα σουρούπουνι άλλ(οι) κοιμώνταν μι τσι κότις κι άλλ(οι), οι πιο μιρακλήδις κι μπικρουκανάτις, του τραβούσαν λίγου παραπίσου, στα μαγαζιά στη Βρύσ(η). 
Λιάν’ζι μι τουν μπαλντά η Τελ’ς, λίγου κρέας στου κιφτιδόξ’λου, κ’έφκιανι η μπαγάσας κάτ(ι) κιφτιδάκια, μούσχους!
 Κιάμα μιτά πλακώνουνταν στα τσίπρα κι στα κρασιά οι καρντάσ’δις, άι τότις, καλά μισιάν΄χτα κα του σπίτ(ι)!

Ιένας απ’ αφνούς, πρώτους κι καλύτιρους, ήταν κι η Σουτήρ’ς...

 Τουν μουρμούρ’ζι αράδα η γυναίκα τ’, καρτιρώντας τουν ξιάγρυπν(η), γκαβιτσιασμέν(η) η κακουμοίρα, αλλά τα μπάλουνι αυτός νια χαρά: «Άι μαρί, νουρίς ήρθα, νια ώρα έχ(ει) απ’ σουρούπουσι, κοιμείς να χουρτάεις ύπνου!» 
«Τι ύπνου χριστιανέ μ’, σι λίγου θα φέξ(ει)!» 
«Άι κοιμείς μαρί, απ’ θα μι πεις ιμένα τι ώρα είνι!» την αποστόμουνι αυτός.
 Έτσια απ’ λέτι, τα βόλιβι νια χαρούλα η Σουτήρ’ς κι καλουπιρνούσι κουτσουπίνουντας κάθις βράδ(υ) πότις στουν Τέλ(η), πότις στουν Χαραλάμπους, δίπουρτου του’χι!

Ιέλα όμους απού’ρθι νια μέρα αυτός η Γιδαράκους απ’ την Αμιρική, άκρις κόσμου, κ’έβαλι δουρεά ρουλόι απάν στου καμπαναριό!
 Κι τι ρουλόι! Όχ(ι) μαναχά να δείχν(ει) τ.ν ώρα, αλλά να βαράει κιόλας, να κ’φαίν(ει) του χουριό! 

Έμαθι τότις κι η Σουτήρινα να μιτράει την ώρα! Ντάάάγκ- ντάάάγκ δυό, ντάάάγκ, τρεις.
Μπιρδεύουνταν λίγου τα μισ’μέρια στου ένα ντάάάγκ γιατί δεν νουγούσι αν βαρεί για μία ή για μ’ση κι καρτιρούσι να του ματακούσ(ει), αλλά ήταν καταφχαριστημέν(η). 
«Άι αυτός η Γιδαράκους, χίλια χρόνια να ζήσ(ει), σώθ’κα μι αυτόια του ρουλόι, δε ματάκαψα πίτα!»

Ιένα βράδ(υ) απ’ λέτι, βάρισι του ρουλόι δέκα νταγκ μιτριμένα στα δάχ’λα κι η Σουτήρ’ς ακόμα να φανεί! 
Γύρ’σι αυτήνια απ’ το’να του πλιβρό, γύρ’σι απ’ τ’άλλου, γκαβέτσιασι, χαζουκοιμήθ’κι λίγου, αλλά η Σουτήρ’ς άφανους! 
«Αάι να φανεί κι τουν κανουνίζου ιγώ…» μουρμούρ’σι κι την πήρι αγκαμπέτ(ι) η ύπνους. 
Ποιος ξέρ(ει) τι ώρα, τουν άκ’σι να βρουντάει στα σκαλιά, ντιπ τύφλα! 
Πιτάζιτι στη θύρα κι τουν πιριλαβαίν(ει): «Τι ώρα είν(ι) αυτή χριστιανέ μ’; Έφιξι!» 
Ατάραχους η Σουτήρ’ς, νταϊακώθ’κι στου χιρούλ(ι) κι την τήραξι στα μάτια νιβριασμένους. «Άιντι μαρί, πάλι μι τσι κότις κοιμήθ’κις; 
Ούτι έντικα δε πήγι, γαμώτου νουβραίου μ’…!» Τα’χασι για λίγου η Σουτήρινα, προυτού όμους να του τιλέψ(ει) η Σουτήρ’ς του παραδουτό, αρχίν’σι του ρουλόι να βαράει! 
Ντάάάγκ, μία! Αρχίν’σι ουτιτότις κι η Σουτήρινα να μιτράει μι τα δάχ’λα. Ντάάάγκ-Ντάάάγκ! Στάμάτ’σι! «Ου-ουιιι !!!Τρεις, τρεις βάρισι, τρεις του προυί! 
Τι εξ’ς να πεις τώρα, α;» τουν απουστόμουσι !

Χαντακώθ’κι η Σουτήρ’ς, έσκυψι για λίγου του κιφάλ(ι), του σήκουσι μιτά τηρώντας κα του καμπαναριό κι αναστέναξι πικραμένους: «Αάάχ, ρουφκιάνι Γιδαράκου, μι πρόδουκις!!!» 

Πιστρουβιλιάσκι μιτά στου κριβάτι τ’ μουρμουρώντας: «Σι άκ’σαμαν ρουφκιάνι απ’ βάρισις μία φουρά, ήταν ανάγκ(η) να βαρέεις τρεις, να σι ακούσουν ούλ(οι);!»
Απού τότις απ’ λέτι, του ρουλόι αυτό, ιμείς απ’ πίνουμι του λέμι Ρουφκιάνου»!
Ντάάάγκ-ντάάάγκ, του καταμισήμιρου στη Βρύσ(η), απάν στα τσίπρα, στουν ίσκιου απ’ τα πλατάνια!
Άι σκουθείτι, βάρισι δυο του μισ’μέρ(ι) η ρουφκιάνους, μας καρτιράν για φαϊ, στου σπίτ(ι)!»
Απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Στέφανου Γ. Πρίντσιου «Εν Καναλίοις – Λεύκωμα Ενθυμήσεων» Β’ τόμος.

Δημοσίευση σχολίου