Ελάτε στην παρέα μας !

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Ο ΛΗΣΤΑΡΧΟΣ ΜΑΡΓΩΝΗΣ....

Γράφει ο κ. Ιωάννης Μάκκας (ioannis.elatosmakkas  )
Ο ΛΗΣΤΑΡΧΟΣ ΜΑΡΓΩΝΗΣ και ο λαογράφος Δημ. Λουκόπουλος ! 
Τη δεκαετία 1920 ο ρουμελιώτης λαογράφος Δημ. Λουκόπουλος από την Αρτοτίνα Φωκίδας, ανέβηκε στ' αγραφοβούνια για συλλογή λαογραφικού υλικού. "...καημό το είχα να πατήσω τ' Άγραφα, να πάω ίσια εκεί, στης κλεφτουργιάς τ' απάτητο κάστρο
Ν'ακολουθήσω μονοπάτια που οι Κατσαντωναίοι περπατούσαν, ν' ακουρμαστώ για τη ζωή τους θρύλους..." 
Να, λοιπόν τι λέει ο Λουκόπουλος, για τη συνάντησή του εκεί με τον φοβερό λήσταρχο Μαργώνη : "...στη σμίξη στο ρέμα στο Μοναστηράκι με τον Αγραφιώτη, πολλά πλατάνια το ένα κοντά στο άλλο. 
Στον ίσκιο των πλατανιών κάθονται δυο άνθρωποι. 
Με σέλα και χαλινάρια στολισμένο άλογο, παραπέρα τους, ροκανίζει το τριφύλλι που είναι μπρος του ριγμένο. Άλογο του ενός απ' τους δυο είναι εκείνο. Νιώθω και ποιανού. 
Εκεινού που φορεί παντελόνια στενά, μπότες στα πόδια και σκούφο θεσσαλικό στο κεφάλι, καλοπεριποιημένος άνθρωπος. 
Για ξένος και διαβάτης ταιριάζει νάναι. Κουβεντιάζει με ντόπιο χωριάτη. 
-Έλα από δω, ξένε, μου φωνάζει, ύποπτος ο τόνος της φωνής του, να έχω να κάμω τάχα με καλόν άνθρωπο. Ίσως και να γελιέμαι όμως. Ας δούμε ! 
Δεν τάχασα, αν και πήγε ο νους μου στο κακό. 
-Γεια σας. 
-Καλώς ορίσετε, για που ! 
Έτσι κι έτσι είπα τι δουλειά έχω και γιατί περνώ απ' τα ξέμακρα κείνα μέρη. 
-Ξέρεις, μου λέει. Εγώ είμαι ο Λεωνίδας Μαργώνης απ' του τροβάτου. Και γέμισε το στόμα του από στόμφο. 
Υστερότερα σαν πήγα στο Μοναστηράκι κατάλαβα με ποιον είχα να κάμω. 
Ήταν ο ξακουστός άλλοτε λήσταρχος Μαργώνης ο φόβος και ο τρόμος όλων εκείνων των μερών αφού κι ο Εισαγγελέας του Καρπενησιού στο υστερότερο που έγινε καλός πολίτης κι είχε παρουσιαστεί κάποτε στο δικαστήριο για κάποια του υπόθεση, τον ονόμασε βασιλιά των Αγράφων. 
Τσέλιγκας είναι τώρα και πάει με τα πρόβατά του και ξεχειμωνιάζει στο Βελεστίνο, μου συσταίνεται όμως για "κτηνοτρόφος". 
Έτσι γράφει και στο επισκεπτήριό του που είχε την ευγένεια να μου δώσει. Το κρατώ ακόμα. Του ταιριάζει πέρα για πέρα να είναι τέτοιος. 
Το παρουσιαστικό και η ντυμασιά του είναι θεσσαλικά και μόλο που το ύφος του φαίνεται άγριο, η ψυχή του είναι ευγενικιά και το αίσθημα της φιλοξενίας το έχει αναπτυγμένο όσο δεν παίρνει άλλο. -Ξέρει, μου λέει, έχω αξίωση να περάσεις κι από το χωριό μου, κύριε, να σε περιποιηθώ σπίτι μου. Σου υπόσχομαι πως θα βρεις κάθε περιποίηση και άνεση για δυο τρεις μέρες. Για το σπίτι του Μαργώνη ρώτησε και θα σου πουν. Κι άλλοι σαν και σένα πέρασαν πέρασαν πριν κι έγιναν φίλοι μου ! 
-Πρόστεσε και μένα στον κατάλογο των φίλων σου, κύριε Λεωνίδα, του είπα, είτε με φέρει ο δρόμος να περάσω είτε όχι. κι όταν έρθεις κάποτε στην Αθήνα, έλα να με βρεις. 
Τούδωσα διεύθυνση. Κι αλήθεια εδώ και τρία χρόνια τώρα ήρθε και με ζήτησε, αλλά δε με βρήκε. 
Πόσο λυπήθηκα ! 
Σα φίλοι αποχαιρετηθήκαμε. 
Αυτός καβάλησε, βάρεσε με τη βίτσα τ' άλογο και πάει τον ξεριά τον κατήφορο. 
Εγώ με τον σάκκο στον ώμο πήρα την ανηφοριά που θα με βγάλει στο Μοναστηράκι. ...." !!!!!!!!!!!!! 
Ο Λεωνίδας Μαργώνης είχε αδέλφια τον Τασιούλα και τον Γιάννη. Η υπερήλικη αγραφιωτομάνα μου, που ο αρχιτσέλιγκας πατέρας της κατέβαινε προπολεμικά με 2-3000 πρόβατα στα χειμαδιά του Βάλτου, θυμάται τους Μαργωναίους και μου ανέφερε ότι τον μεγαλύτερο αδελφό της Παναγιώτη Ν. Μπουμπουρή, τον βάφτισε ο λήσταρχος. Πριν κάποια χρόνια η ίδια συνάντησε στον Αλίαρτο Βοιωτίας εγγόνια του Τασούλα Μαργώνη !!!!

Δημοσίευση σχολίου