Ελάτε στην παρέα μας !

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Της όσφρησης καμώματα !

Απογευματάκι φθινοπώρου του σωτήριου έτους  1978 και η ζωή στο μικρό συνοικισμό Ιτέα Ευρυτανίας , της κοινότητας Ραπτοπούλου του νομού Ευρυτανίας κυλά ήρεμα και σε συνηθισμένους ρυθμούς.

Οι άνδρες  είναι στα χωράφια και στα γιδοπρόβατά τους. 
Οι γυναίκες  είναι στα χωράφια , στο δάσος για ξύλα και κλαρί, στο σπίτι κι όπου αλλού χρειάζονται βοήθεια οι αφέντες (Δεν ξεχνούν βέβαια τις καλές συνήθειες,  μεταξύ των οποίων το απαραίτητο κουτσομπολιό και με αφορμή τον καφέ κινούν για τις καλύτερες πηγές) !
Τα παιδιά διαβάζουν ή παίζουν(αν δεν έχουν καμιά αγγαρεία άλλη να κάνουν).
Η κυρά Κώσταινα πλένει τα χόρτα που μάζεψε για να φτιάξει την πίτα που της παρήγγειλε ο αφέντης Της , τα καθαρίζει πολύ καλά , τα ψιλοκόβει , βάζει λαδάκι ,αλατάκι , ριγανίτσα και λίγο τυράκι ,  τα ανακατεύει  και τα αφήνει  στην ξύλινη  λεκάνη να ΄΄ξεκουραστούν΄΄  και  να ΄΄σμίξουν ΄΄ οι  οσμές.  

Κατόπιν καταπιάνεται με τη ζύμη που ετοίμασε , ακουμπά πάνω στο ξύλινο αμπάρι  το πλαστήρι   και  με το πετρόβεργό  της   ανοίγει με μαεστρία   τα φύλλα .
Ένα φύλλο στρώση  στο χαλκωματένιο της  ταψί  , γέμιση  από πάνω ,πάλι φύλλο , πάλι γέμιση  κ.ο.κ   σκεπάζει μ΄ ένα τελευταίο φύλλο κι από πάνω ρίχνει λίγο αγνό κατσικίσιο βουτυράκι -δικής της παραγωγής- , έτοιμη η πίτα ! 
Καίει και τον ξυλόφουρνο κι όταν αυτός αποκτά την επιθυμητή θερμοκρασία βάζει μέσα το ταψί , σε καμιά ώρα η πίτα θα είναι ροδοκόκκινη ,  τραγανιστή και τέλεια ψημένη !

<<Θα μοσχομυρίσει όλο το χωριό>> μονολογεί με ικανοποίηση και κλείνει καλά την πόρτα .
Έχει ήδη σουρουπώσει .
Οι χωριανοί μετά από μια κουραστική μέρα επιστρέφουν στα σπίτια τους.   

Την εποχή αυτή κουβαλούν με τα αλογομούλαρα ξύλα για τις κρύες νύχτες του χειμώνα, τα ξεφορτώνουν στις αυλές , ξεσαμαρώνουν τα ζωντανά και τα δένουν στις καλύβες τους.

Σαν αποζημίωση ή  ας πούμε ανταμοιβή  για τα βαριά φορτία που κουβάλησαν τους ρίχνουν λίγο σανό και γεμίζουν τις ποτίστρες  τους με φρέσκο νεράκι .
Οι άνδρες τρώνε βιαστικά   το βραδινό τους και κατόπιν ΄΄τραβούν΄΄ για τα καφενεία...F΄..
...για καφεδάκι ,τσίπουρο ,κουβέντα ή δηλωτή … Την ώρα αυτή γυρνά κι ο μπάρμπα Κώστας από τα χωράφια κι απιθώνει προσεχτικά στην αυλή τα φορτία του , την τεράστια  πέτρινη πλάκα που κουβαλά στον ώμο από την ΄΄Κουλουμέρου΄΄ κι ένα μισογεμάτο σακούλι με τα τελευταία ώριμα σύκα και σταφύλια του φθινοπώρου . 

Καλησπερίζει την κυρά κι ανάβουν το τζάκι για να ζεσταθούν και να ξαποστάσουν. Όλη μέρα στο ποδάρι δεν αργεί να τους πάρει ένας ύπνος ελαφρύς.
Η ώρα περνά κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά , από το φούρνο η μυρουδιά της πίτας κατακλύζει σταδιακά  τις γειτονιές! Πρώτα φτάνει στα Ξυραφεΐκα ,εκεί όπου παίζουν ΄΄τσιλίκα ΄΄τα ξαδέρφια Παναής και Κώστας  ή Πιλεΐκους  ή Καβριδάκους .
Η ευωδία είναι τόσο εξαίσια που παρατούν  ευθύς το παιχνίδι και τα τσιλικόξυλα .
΄΄Από που να ΄ρχετε η ευωδία δαύτη΄΄  αναρωτιούνται κι ακολουθώντας την αλάνθαστη όσφρησή τους δεν αργούν να φτάσουν στο φούρνο της κυρά Κώσταινας !
-Ν΄ ανοίξουμε το φούρνο λέει ο 
Κώστας  !
-Τι λες ρε! θα μας πάρουν μυρωδιά και τότε δεν το γλυτώνουμε το ξύλο ,απαντά ο Παναής !
-Σα να 'χεις  δίκιο ! πάμε να φύγουμε λέει κι ο Κώστας !
Τελικά όμως η λιγούρα , η μυρωδιά που τους σπάει τη μύτη και η διάθεση για ζαβολιές απομακρύνουν κάθε ενδοιασμό τους. 
Με προσοχή κι αθόρυβα ανοίγουν την πόρτα και τραβούν με τη μάσια  όξω το ταψί…ζεματά η πίτα και δεν έχει ψηθεί καλά ακόμη αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες ...
Τσιμπολογούν το τραγανό και νοστιμότατο φύλλο , μαδούν κι από την εξαίσια γέμιση... τρώνε , καίγονται , πετούν... μέχρι που ένας ξαφνικός θόρυβος τους σκιάζει και το βάζουν στα πόδια...

Οι γάτες δεν χάνουν την ευκαιρία να φαν κι αυτές λίγα από τα κομματάκια που σκορπίστηκαν τριγύρω -στο ταψί δε ζυγώνουν , ζεματάει - .
Σαν ήρθε η ώρα, πιάνει το δαυλί και τα πιάσματά της η κυρά Κώσταινα και κινά για το φούρνο , έχει ξελιγωθεί από την πείνα και δε βλέπει την ώρα να ξεφουρνίσει….
Σα ζυγώνει  όμως κι αντικρίζει την καταστροφή, της έρχεται λιποθυμιά ! τέτοιο θάμα ούτε περίμενε να δει , ούτε ξανάδε ποτέ και φυσικά ούτε τώρα ξέρει τι να κάνει, τι να πει !!!
Λίγο μακρύτερα οι νεαροί ταραξίες  παραφουσκωμένοι από το φαΐ και την τρεχάλα γελούν με το κατόρθωμά τους, αν και σιγά –σιγά αρχίζουν να φοβούνται και για τις τυχόν συνέπειες της μεγάλης αποκοτιάς τους ….!

F΄...(Δυο καφενεία είχαμε στο χωριό , το ένα –παραδοσιακό , μια παράγκα δηλαδή που ανήκε στον κυρ Βασίλη Ξυραφάκη, και το άλλο το νεότερο και πιο σύγχρονο ,ιδιοκτησίας του κυρ Δημοσθένη Ξυραφάκη ,ο οποίος είχε θητεύσει στη Γερμανία κι έμαθε πως δημιουργούνται οι σύγχρονες επιχειρήσεις .
Έχτισε λοιπόν το καφενείο του πλάι στην πλατεία με πρόσοψη, φάτσα καλή και θέα κι  άφθονο χώρο για να δένουν τα αλογομούλαρά τους οι θαμώνες … Αυτή η νεότερη επιχείρηση με τις καινοτομίες της και τις ανέσεις κόντεψε να εξαφανίσει το άλλο καφενείο και θα το έκανε αν … αν ένας άλλος απρόβλεπτος παράγων δεν συνέπραττε για να διατηρηθεί και το παλιό , η παράγκα του κυρ. Βασίλη δηλαδή. Ο παράγων αυτός ήταν ένας και μοναδικός  !Δέκα δραχμές το τσίπουρο στο νέο καφενείο , πέντε δραχμές το τσίπουρο στον κυρ Βασίλη …κι έτσι οι κάτοικοι είχαν  και επιλογές  και διλήμματα

Οκτώβρης 2014 Αλέξανδρος Χ. Φλώτσιος
Τυχόν ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις είναι συμπτωματική ...
Αφιερωμένο στους αγαπητούς συχωριανούς μας που  έφυγαν  και μας αγναντεύουν  από κει πάνω….!
Δημοσίευση σχολίου