Ελάτε στην παρέα μας !

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Εκείνος ο Απρίλης…


Γράφει ο κ. Γιώργος Αθανασιάς (Γιώργος Αθανασιάς  )
Ο Απρίλης… εκείνος ο Απρίλης, όπως κάθε Απρίλης, ήταν γεμάτος δροσιές, απογευματινές βροχές, λουλούδια και γήινες μυρωδιές. 
Τα πουλιά, άλλα πετούσαν στα ψηλά, άλλα κλωσούσαν, άλλα έπαιζαν με την άνοιξη και άλλα υμνούσαν, κελαηδώντας, τον κεραυνό του έρωτα και το μεγαλείο της αγάπης. 
Τα κοπάδια, τα μικρά και τα μεγάλα, έβαλαν με νου τους τα ψηλώματα και τα ξεκαλοκαιριά κι εμείς, μιας κι απ’ του Λαζάρου είχαμε διακοπές, τρέχαμε από κοντά. 
Τα προσέχαμε μην τύχει και μας φύγουν και πάνε στα βουνά. 
Η γη, οργωμένη καθώς ήταν, μοσχοβόλαγε σκαμμένο χώμα και ελπίδα… ελπίδα για ένα ακέριο κομμάτι μπομποτίσιο ψωμί. 
Η καμπάνα καλούσε τους πιστούς στην εκκλησιά κι έτρεχαν… έτρεχαν οι Χριστιανοί και οι «Χριστιανοί», για να συμπαρασταθούν στον Ιησού Χριστό, που οι άνθρωποι, εκείνα τα χρόνια, δεν τον πίστεψαν για Θεό και τον ανέβασαν για εκδίκηση στο Σταυρό. 
Βλέπετε, με το κατεστημένο της εποχής του τα ’βαλε κι αυτός, γι’ αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο σταυρικό κι ας ήταν του Θεού ο ένας και μοναδικός Υιός. 
Απάνω στο τέμπλο έκλαιγε την προδοσία, την σύλληψη και την Σταύρωση του παιδιού της η εικόνα της μητέρας Παναγιάς και μαζί της έκλαιγαν κι όλες οι μανάδες του χωριού, που ’χαν χάσει ή που ’χαν ταξιδέψει μακριά κι αλάργα τους παιδιά. 
Τα βράδια ζωντάνευαν οι στράτες, γιατί κινούσαν οι μαχαλάδες, οι γειτονιές και οι εξοχές να πάν’ στις «παραστάσεις» και στην εκκλησιά.
Όμως, εμείς οι εξοχίτες, πηγαίναμε με την ψυχή στο στόμα, για να προφθάσουμε, γιατί και δουλειές είχαμε και μακριά ήμασταν. 
Η γιαγιά η Σάββα απελπίστηκε και στο τέλος της «παράστασης» πήγε, έπιασε τον παπά και του ’πε: «Μην τ’ βαράς γλήγορα, παππούλ’, για να προυπάου κι γω...!». 
Την καμπάνα εννοούσε η καημένη, όμως τι το ’θελε; 
Πήγε το πείραγμα και η κοροϊδία σύννεφο. Ακόμα το θυμόμαστε κι όταν την συναντάμε την πειράζουμε. 
Όπως κάθε χρόνο, έτσι κι εκείνη τη Μεγάλη Πέμπτη, ήρθε ο έμπορος και πήρε τα αρνιά μας, αλλά και τα λίγα κατσίκια, που ’χαμε. 
Τα δικά μας τ’ αρνιά τα ’παιρνε πάντοτε ο «Τσι(ω)νιάς». Καθώς λένε, για την εποχή του, ήταν ο πιο έντιμος έμπορος. Εμείς στο σπίτι μας της Λαμπρής τ’ αρνί το ’χαμε «ονοματισμένο» από νωρίς. Θυμάμαι, ότι μια χρονιά η μάνα το άλλαξε την τελευταία στιγμή. 
Ανάγκη από λεφτά είχαμε, «ας ψήσουμε και μικρότερο», σκέφτηκε. Όμως το «ονοματισμένο» έπεσε και ψόφησε προτού το πάρει ο έμπορος και η μάνα έβαλε το κεφάλι της να το χάσει, γιατί δεν ήθελε να εκτεθεί στον έμπορο. 
«Καλά να πάθω…! Μου το ’δωσε το θάμα ο Θεός», έλεγε και τα μάτια της πήγαιναν σούδα απ’ το κλάμα. 
Την Σταυρωμένη Παρασκευή το βράδυ, όπως ήταν γεμάτη η εκκλησιά με τον Ιησού «νεκρό» απάνω στον ολοστόλιστο με άνθη και με πρασινάδες επιτάφιο, μπήκαν στην εκκλησιά δυο μεθυσμένοι. 
Ονόματα δεν λέμε, αλλά… 
Μπήκαν, πήραν κεριά –δυο δίμετρες λαμπάδες πήραν –και πήγαν παραπατώντας να τις ανάψουν. Πήγαιναν εδώ θα πέσουν, εκεί θα πέσουν, αλλά δεν έπεσαν. 
Παρά την τύφλα τους, σαν είδαν τον εσταυρωμένο Ιησού να κείτεται «νεκρός», «Θεός σ’χωρέσ’ τον», φώναξαν με μια φωνή και μ’ ένα στόμα, λες κι ήταν κουρδισμένοι. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η εκκλησία, παρά το πένθιμο της ημέρας, σείστηκε από τα γέλια. 
Στον Όρθρο της Ανάστασης, επάνω στο «Δεύτε λάβετε φως…», επικράτησε αναρχία. Όλοι έπεσαν απάνω στο τρικέρι του παπά και του το ’σβησαν δυο φορές. 
Ο παπάς απελπισμένος και νευριασμένος, σχεδόν έξω φρενών, γύρισε κι είπε με στεντόρεια φωνή στο εκκλησίασμα: «Χριστιανοί, ακούστι να σας που…! Ή θα κάμιτι σαν ανθρώπ’ ή δεν τ’ βγάνου ντιπ απόψι…!». 
Το τι έγινε και πού τα πήγαν του παπά τα λόγια οι χωριανοί, το καταλαβαίνετε. 
Καλή σας μέρα, καλή Μεγάλη Εβδομάδα και καλή ΑΝΑΣΤΑΣΗ…

Δημοσίευση σχολίου