Ελάτε στην παρέα μας !

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Ρουγκατσάρδις

Γράφει ο κ. Στέφανος Πρίνστιος ( Στέφανος Πρίντσιος )

Οι Απουκριές ήταν κάτις απ’ καρτιρούσαμαν πως κι πως εμείς τα παιδιά. 
Σαν άνοιγι του Τριώτ(ι), καταλαβαίναμε ότι κουντεύουν. 
Δεν ήταν μαναχά η μπαραμπούνα, ήταν κι τα μασκαρέματα απ’ ντένουμάσταν νουγκατσάρδις, ήταν κι τα γανώματα την Καθαρουδιφτέρα. 
Μια κρύα νύχτα, ικείς πού’μασταν μαζουμέν(οι) σπίτι, μέσ’του μαντζάτου, κοντά στ’ αναμμένα κούτσουρα στη γουνιά, ανοιεί η θύρα κι μπράάάφ χώνιτι μέσα μι φούσμα ένας νουγκατσάρς, ντυμένος σα γρια. 
Μι νια παλιουτσίπα στο κεφάλι και με κουϊρούκ(ι) πίσου, σα μανιά μπουρμπουλουμέν(η) κ’ έχοντας καπέλο παλαμά απαναθέ και μαύρα ματουϊάλια στα μάτια, άτι ‘σύ να αναγνουρίεις άνθρουπου! 
Φορούσε ένα παλιουντρίλινου πανταλόν(ι) και κρατούσε στα χέρια, για φουβέρα, νια φουρτουτήρα
Ως κ’ η γιαγιά η Λισάβου καταφυϊάσκι κι την είδα ‘γώ, π’ σμαζώχκι κα την άκρια απ’ του κριβάτι τς. Ευτυχώς που κατάλαβε η νουγκατσάρς ότι μας κόπκι το αίμα κι φανιρώθκι γλήγουρα
-« Μαρί Μαντούλα, ισύ είσι; Μας καταφύιασις μα!» ψέλσι η μάνα μ’ κι ξαναπήγε η καρδιά στη μιριά τ’ς.
 Ήταν η Μαντούλα, κόρη τσι θκια τσι Τσιούμινα απού δίπλα, που με την παλιά την κουζιώκα που φόραγε στα νιάτα η μάνα της, η Σουφία, δε αναγνωρίζονταν στουν αιώνα τουν άπαντου! 
Κόρτσαρους μάλαμα η Μαντούλα, έφυγε μετά από λίγα χρόνια για τη Γερμανία, όπως τόσοι και τόσοι χωριανοί μετέπειτα. ******* 
Την άλλη τη βραδιά, συνουήθκαμαν πολλά παιδιά μαζί, να ντυθούμε και να πάρουμε παρανταριά τα σπίτια ‘πό’χουν κουρίτσια, να τα σκιάξουμι, κάνοντας τον κανκαμπόσου, μιας και δε θα μας γνώριζε κανένας. 
Αρχίνσαμαν γλεπ’ς σιγά-σιγά να τσουτσουλιβώμαστι κι να γκουμινιαρίζουμι, ακόμα δε βγήκαμε απ’ τ’ αβγό, νια σταλιά σβόιρις. 
Δώσαμε ραντεβού στου Βακούφκου. Έβαλα ένα παλιουχάμσου του πατέρα κι απου‘πάν ένα πλουκάκ(ι) απ’ τη μάνα. 
Για να φκιάσου φουσκουτιά κ’λια έδεσα στη μέση, κατάσαρκα, μία μαξιλάρα. 
Στο κεφάλι τλίχκα μι νια βαμπακιά. 
Στα χέρια αντίς για γάντια, πέρασα στο’να ένα τρύπιο σουσόν(ι) και στ’ άλλο ένα παλιουτσίριπου, από’φτανι ως τον αγκώνα, όπ’ του’χα δεμένο μ’ένα τσουραπόσκνου. 
Για παντελόνι είχα νια σκιλέα του πατέρα. 
Στο’να πουδάρ(ι) έβαλα μία γαλότσα ως του γόνα κι στ’άλλου ένα στιβάλ(ι), ντιπ ξιχαρβαλουμένου. 
Κρέμασα και στη μέση μ’ δυο κυπριά σ’ένα σιτζίμ(ι) κι τα κουδουνούσα ντράγκα-ντρούγκα αράδα. 
Στα μούτρα γανώθκα φκιάνουντας γένια κι μστάκια κι μι ούλα αυτά μόλις γυαλίσκα, σκιάχκα κι γω η ίδιους. Στου Βακούφκου βρήκα και τ’άλλα τα παιδιά. 
Δε μπόραγι να με γνωρίσει κανένας, αλλά ούτι ‘γω γνώρσα καέναν γιατί δεν άφσαν παλιουρούτια κι ξισκλίδια αλλουτέσινα απ’ να μη τα φουρέσουν! 
Ένας είχε για πιρικιφαλαία έναν γκαζουτινικέ από λάδι Ελαϊς, τουν στούπουσι μι πανιά κι κουρέλια για να μη τουν ζιουγκανάει στο κεφάλι κ’έγινε Μεγαλέξαντρους! 
Δε φαίνονταν ντιπ άνθρωπος, αφού στσι άκρις άπ’ του γκάζ(ι) κρέμασε ως καταή στο χώμα, ένα άσπρο σεντόνι, απ’ του’χι κομμένο σε δυο φυλλουριές για να βγαίνουν τα χέρια όξου, σα φάντασμα. 
Απ’πού να σι δώκ(ει) τώρα αυτός γνώρου; 
Κράταε κ’ένα ξυλουσίδηρου μι καμτσίκ(ι) κι άι ‘σύ να ζγώεις, σα κουτούσις, να τουν ξισκιπάεις! 
Άλλος είχε ντυθεί μανιά, παίρνοντας και τις κουσιάνις απ’ τη μάνα του, με όλα τα στικάκια απαναθέ. 
Βαστούσε στα χέρια κ’ένα παλκουλάναρου, τάχα για να χτενίζεται και να ξιαγκλίζ(ει) τα μαλλιά. Αντίς για τσίπα, τλούπουσι την κιφάλα τ’ με μια τσαντίλα, που βρουμουκουπούσι ξυνίλα κι τρόγαλου και από χιλιόμετρα μακριά έζιχνι η τόπους! 
Αμ πως στα κουμμάτια ανάσινι έτσια απού’ταν μπουρμπουλουμένους; 
Ένας Θεός ήξερε! 
Θάμαξα. 
Τλίχκι και με κάτις παλιουκιλίμνια και κουβαλούσε στο νώμου ολόκληρο μπουτινόξυλου μη κι κουτήσ(ει) κάνας κι τουν ξισκιπάσ(ει). 
Ότις ξισουϊφτιά κούπουνι στουν καθένα, την έφκιανι. 
Αλαμανούσαμαν για μέρες ούλα τα σιντούκια, τα ντιβανουμπάουλα, τ’ αμπάρια κι τα κατώια, για να ξικαϋπώσουμι τα παλιουρούτια κι τα τσαλιά απού’χαν σμαζουμένα οι μανάδις μας, απ’ τουν κιρό του Νώε. 
Αφού πρώτα αναγνουρίσκαμαν αναμιταξύ μας, κίντσαμαν για τα σπίτια με τα κορίτσια τα συνομήλικα. 
Ήταν νύχτα συγνιφιασμέν(η), πίσσα, δεν έγλιπις ούτι τη μύτη σ’. 
Καναδυό φουρές κείς που περπατούσαμε στα γκαβά, φουσκουσάμαν μέσ’ σι κάτ(ι) χαντάκια, αλλά πάλι καλά απ’ δε στραμπούλξαμαν κάνα πουδάρ(ι). 
Με τα χίλια ζόρια φτάσαμε αγκαμπέτ(ι), κα τουν Μπσόραχου μιριά, στα πρώτα σπίτια. 
Έτσια που κατηφόρζαμαν σα τα γκαβουπούλια στα σκουτάδια, σκουρντουφλώντας η ένας απάν στον άλλον, μέσ’στα σουκάκια και στις αστρέχις, πατάει ένα πιδίκλουμα η Κώτσιους κι μαζών(ει) σβάρνα έναν φράχτη. 
Έκανε να στιργιουθεί στα παλούκια, αλλά απού να τουν νταϊακώσουν αυτά! Κώτσιους, σύρματα και παλούκια, σουριάσκαν απάν σι κάτις τσίγκια απ’ τη μέσα μιριά, αυτά ζούφκιασαν με το βάρος κ’ η Κώτσιους φαρδύς-πλατύς βρέθκι μέσ’ σ’ένα κουτέτσου που ήταν απ’ την απουκάτ’ μεριά του φράχτη. 
-« Ιί, σάρα κακιά…!» βόγκσι. 

Έγινε τσι μουρλής
Απιτάχκαν όξου οι κατχιασμένις πλάδις κακαρίζουντας κι φτιρουκουπώντας. 
Καναδυό γκαβόσκλα απού παρακείθι, αρχίνσαν ν’ αλυχτάν σα λυσσιασμένα, νιας κι βρήκαν αφορμή ν’ αρκανιαστούν. 
Μέσ’ στα χάχανα τα θκα μας κι στη βαζούρα, βλέπουμε σε λίγο να ξικαμπάει στου ξιάναγου, μ’ ένα γκαζουκάντλου στο’να χέρι, ένας μπάρμπας, φορώντας μαναχά ένα συντρόφ(ι)! 
-« Η θείους η Λάμπρης νουγκατσάρς ξιβράκουτους!» φώναξε η Γιώργους κι ξικαρδίσκι στα γέλια. 
-« Ούι τουν παππούλιακα, αυτός ντύθκι καλύτερα απ’ τη μας!» γκάρξσι η Τακ’ς κι δώστου ιμείς χαζουχάχανα κι σκουξίματα. 
Κόπ’καν όμως ούλα απότουμα, ντιπ μαχαίρ(ι), σαν είδαμαν ότι η παππούς η Λάμπρης δε κρατούσε μαναχά του γκαζουκάντλου…Στ’άλλο το χέρι βαστούσε ένα αρμούτ(ι) κουλουκουτρουνέικου! Ακούμπσι κιόλας η αθιόφουβους την καντήλα στου πριβάζ(ι) κι μας μάτιαζι με την παλιουτσιουφλέκα, έτοιμος να μας τφικίσ(ει)!!! 
Μας κόπκαν τα ήπατα κι μας βγήκαν τα γέλια ανάλιμα. 
Ούι, θα μας πιράσ(ει) για αλπές κι θα μας τη μπουμπουνίσ(ει), η γκαβόιρους…» ανάσανε η Κώτσιους που είχε βγει απ’ τουν κουτέτσου πασαλειμμένος κουτσιλιές. 
Η μπαρμπαΛάμπρης μι ούλου αυτό του ντράβαλου, νόμσι στ’αλήθκια, πως μπήκε αλπού στουν κάτχα τ’. Πιτάχκι απ’ το στρώμα που’ταν τσιουλιασμένους κ’έτσια ζαβλακουμένους κι γκαβιτσιασμένους απ’ τον ύπνο, δε του’χι και πολύ να μας ρίξει κανιά τφικιά κι όποιον πάρ(ει) η χάρους! 
Πάλι καλά που πρόπσι κι έμπηξι νια φουνή η Βαγγέλς, γιατί ιμείς οι άλλοι μούτιψάμαν ντιπ, αφού απ’ τη λαχτάρα, μας κόπκι η λαλιά.
 -«Εέέέι, ιμείς είμαστι θείου, ντύθκαμαν για τσι Απουκριέέές!»

 -« Άι μασ’ τα βρακουζώνια σ’ κι μπε μέσα χριστιανέ μ’, ρουγκατσάρδις είνι. Τι τσιακατίσκις έτσια ;…» άκσαμαν ουτιτότι τη κυρά τ’ να τον μαλών(ει) απού μέσα, 
«…Ξικούτιασις έρμη μ’ ντιπ, απουκριές έχουμι, έτσ(ι) είνι του ζακόν(ι)!» 
-«Άι κατ’ανέμ’ απού κει, παλιουβιλάσματα, θα μι κλειούσαταν φυλακή, για σμάδ(ι), τώρα στα γιράματα! 
Μάκιά‘ταν κανιά ‘λπου νόμσα…» μουρμούρσι τσιατισμένους η μπαρμπαΛάμπρης κι κούτσα-κούτσα ματαμπήκι μέσα να τσιουλιαστεί. 
Άγιου είχαμαν!» θάμαξι η Τακ’ς. 
-«Μας έσουσι η βλουημέν(η), η θκειάκουούι!» ψέλσαμαν κι σταυρουκουπήθκαμαν, ‘νώ κατακιτρίνσαμαν απ’ το φόβο και τη λαχτάρα απ’ πήραμαν. 
Μετά απ’ αυτή την ανίλα κ’ινώ είχε ξισκουθεί απ’ το σούσουρο ούλους η Μπσόραχους, με τι καρδιά να πιρπατίσουμι παρακάτ’ για τα σπίτια που κανόνσαμαν να πάμι;  
Άσι π’αλυχτούσαν ασύχαστα ούλα τα παλιόσκλα του μαχαλά στσι ρούγις κι δε μπουρούσαμαν να τα κάνουμι ζάπ(ι)!
 Ιδώ, να πούμι την αλήθεια, χόλιαζάμαν πως στα κουμμάτια θα γυρνούσαμαν στα γκαβά πίσου, όχ(ι) να ξιαμάκρινάμαν κιάλλου! 
-« Ώρι χαζαμάρα έκανάμαν απ’ κίντσαμαν δίχους φακά», είπι η Κώτσιους. 
Πάντως δε το πήραμε και κατάκαρδα. Ε, κι τι γίγκι δηλαδής; Χέσκι η φουράδα στ’αλών(ι)! 
-« Α ρθούμι ταχιά μι φακά!» φώναξα κι συμφώνσαν ούλ(οι) μι νια λαλιά. 
-« Ε, α, λες κι σώθκαν οι μέρις!» 

* Βιβλιοπαρουσίαση. << Εν Καναλίοις Λεύκωμα Ενθυμήσεων >> ANAZHTEIΣTE ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΤΩΝ ΕΝ ΒΟΛΩ ΚΑΝΑΛΙΩΤΩΝ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ Τηλ. 24210 46253 και 43994   

Δημοσίευση σχολίου