Ελάτε στην παρέα μας !

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Η ΣΠΟΡΑ

Γράφει ο κ. Αλέξανδρος Χουλιαράς  ( Αλέξανδρος Χουλιαράς )
Κάθε φθινόπωρο όποιος νταραβερίζεται με δασκάλους ακούει να αλληλοεύχονται: “καλή χρονιά”. 
Παλιά, την ίδια εποχή, τούτη η ευχή ήταν στα χείλη όλων. 
Ήταν η πραγματική πρωτοχρονιά, ήταν η αρχή του γεωργικού έτους. 
Ήταν η εποχή, που ο γεωργός εξείρχετο «σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού». 
 Κάθε χρόνο ο γεωργός επαναλάμβανε τις γεωργικές του εργασίες, ίδια κι απαράλλαχτα, όπως ακριβώς τις διδάχτηκε από τον πατέρα του, συνεχίζοντας και επαναλαμβάνοντας τον ίδιο κύκλο ζωής. 
Στην εποχή της σποράς, πρωί-πρωί γέμιζαν οι στράτες από τα γεωργικοβουκολικά κομβόια, που σκόρπιζαν στα χωράφια. 
Μπροστά πήγαιναν πειθαρχημένα οι αγελάδες, με τις τριχιές πλεγμένες στα κέρατα, πίσω ακολουθούσε ο γεωργός με την γυναίκα του, σέρνοντας το φορτιάρικο φορτωμένο τα ζυγάλετρα, το τσουβάλι με τον σπόρο, τον τρουβά με το φαΐ του και το σανό για τα καματερά. 
Ελεύθερα ακολουθούσαν τα λιανόπαιδα και τα λιανόματα (κατσίκες, κατσίκια αρνιά κ.λ.π.) κι αδέσποτος γύρω-τριγύρω περιφερόταν ο σκύλος. 
 Φτάνοντας στο χωράφι ξεφόρτωναν κι έζευαν τα ζώα. 
Σποριά-σποριά και με τέχνη έσπερναν, όργωναν, σκάλιζαν και τέλος αφού αυλάκωναν το χωράφι φόρτωναν τα ζυγάλετρα και πήγαιναν σπίτι τους. 
Τελείωναν με τις πρωιμιές, έχοντας σπείρει σιτάρι, σίκαλη, κριθάρι, φακές, ρεβίθια και κουκιά. 
Το χειμώνα, με τις μεγάλες νύχτες, τον Δεκέμβρη, τον Γενάρη και τον Φλεβάρη, ξαπόσταιναν κι έσπερναν παιδιά!

 Η όψιμη σπορά άρχιζε στα μέσα του Μάρτη, ανάλογα με τον καιρό. 
Με τα μουλάρια έκαναν το πρώτο δύσκολο και βαρύ –ειδικά στα μπαϊρια– όργωμα, για να “γένουν” τα χώματα. 
Ακολουθούσε δεύτερο και τρίτο όργωμα, σπορά, σκάλισμα, σβάρνισμα κι αυλάκωμα. 
Βγαίνοντας ο Μάης μπίτιζαν με τις οψιμιές, έχοντας σπείρει και φυτέψει πατάτες, φασόλια, καλαμπόκι, τριφύλλι, μπιζέλια και βρόμη. 
Αυτός ήταν ο μάρτυρας γεωργός των βουνών με το πετρώδες και άγονο γεώργιό του. 
Δουλειά πολύ και στο τέλος μπορεί και να μη σόδευε ούτε το σπόρο. 
 Αυτούς τους σπόρους, που επέλεξαν οι αιώνες του γεωργικού μας πολιτισμού, τους εξαφάνισαν μέσα σε λίγες δεκαετίες οι διάφοροι εμπλεκόμενοι βιομηχανικοί κολοσσοί και μαζί μ΄ αυτούς εξαφάνισαν και τον ποιητή της γης, τον παραδοσιακό αγρότη, που δεν ήταν έξω και πάνω από τη γη, αυτός κι η γη του ήταν ένα. 
Δεν παρήγαγε ξένα γι΄ αυτόν εμπορεύματα, για να κερδίσει χρήματα, αλλά ποιούσε δικά του αγαθά για να καλύψει τις ανάγκες του. 
Τη θέση του παλιού σκλάβου της γης πήρε ο σκλάβος των βιομηχανικών κολοσσών.

Δημοσίευση σχολίου