Ελάτε στην παρέα μας !

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Παραμονή Χριστουγέννων...

Γράφει ο κ. Πάνος Νιαβής  (Panos Niavis)
 ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΈΝΝΩΝ 
 -Σήκω να πας στο χωριό , πασιά μ’, να μ’ πάρεις πενήντα δράμια μποϊά κόκκινη .
- Άμα μ’ δώκεις κι μένα πενήντα λεπτά να πάρω πέντε καραμέλες , θα πάω, αποκρίθηκε το εφτάχρονο παιδί . 
-Δεν έχω καμάρι μ’ , είπε η μάννα κι αναστέναξε βαριά . Θα πεις στην κουμπάρα μ’ να τα γράψει στο δεφτέρ’τς . 
- Να μη γράψει κι τς καραμέλες στο δεφτέρι ορή μάννα; Γκρίνιαξε χωρίς να το πολυπιστεύει το παιδί. 
- Άμα γυρίσει απ’ τα «έργα του Αχελώου» ο πατέρας σ’ καμάρι μ’ θα σ’ φέρει πολλές καραμέλες , άιντε τώρα μη σε πιάσει η νύχτα στο δρόμο. 
Έφυγε σφαίρα ο μικρός να διασχίσει μισή ώρα στράτα μες τα έλατα και στα πλατάνια να φτάσει στο χωριό. 
Δεκέμβρης ήταν προπαραμονή Χριστουγέννων , ανέμιζε εδώ και εκεί καμία νιφάδα αλλά είχε ένα ψωφόκρυο άστα να πάνε. 
Σια πάν’ στις ράχες το είχε στρώσει από μέρες για τα καλά. Πέρναγε ο άερας κι πήγαινε το χιόνι χορεύοντας σαν κουρτίνα σια οπ’ ήθελε. 
Λιανοσφύραγε στο δρόμο για να μη φοβάται , το παιδί, τα φαντάσματα και τις νεράιδες που αφθονούσαν στα μέρη του , βάλε και τους καλικάντζαρους που έλεγε το αναγνωστικό του ,καταλαβαίνετε το φόβο που κατοικούσε εντός του. 
Πήγαινε ανηφόρες κατηφόρες πλαλώντας και ο βηματισμός του και το σφύριγμα τρόμαζε τα τελευταία πουλιά που δεν είχαν ακόμη βρει καμιά απάγκια κούρνια να περάσουν το βράδυ τους. Έφτασε λαχανιασμένο το παιδί και μπήκε ξυλιασμένο στο καφενείο . 
Η αναμμένη σόμπα το είχε κάνει φούρνο , του ‘ρθε μια αναπαψιά άλλο πράμα . 
Ο δάσκαλος δεν ήταν εκεί είχε φύγει απ’ το πρωί για το χωριό του στο Βόλο να περάσει τις γιορτές των Χριστουγέννων με τους δικούς του , έτσι μπορούσε να μπει στο καφενείο άφοβα . 
 Καλησπέρισε ξεθαρρεμένος την καφετζού, και αμέσως της είπε με μια ανάσα , να μην ξεχάσει κάτι από τη μητρική εντολή. 
-Θίτσα, μου είπε η μάννα μ’ να μ’ δώκεις πενήντα δράμια κόκκινη μποϊά και να τα γράψεις στο δεφτέρι σ’ . 
-Τόσα κι τόσα έχω γράψει τ’ απάντησε αυτή , αυτό θα με μαράνει. Πήρε τη μπογιά το παιδί την έβαλε στην τσέπη του και ζακατίσ’κι ,κι άμωρο έγινε . 
Βγήκε στην πλατεία έρημη ήταν . 
Στα πενήντα μέτρα από στο σπίτι τ’ς θειάς τ’ς Μαρίας έσφαζαν το γ’ρούνι για τα Χριστούγεννα. 
Έτρεξε στην ανηφόρα να προλάβει το θέαμα και μπας και κονομήσει τίποτα απ τη θειά τ’ που το αγάπαγε πολύ . 
Ήταν εκεί ο Πεσλόγιαννος που είχε το πρόσταγμα στη σφαγή , ο κουμπάρος ο Θόδωρας κι ο γείτονας τ΄ς , ο Νίκος . 
Ο γραμματικός του χωριού ακούμπαγε στην γκλίτσα του και έδινε οδηγίες στον Πεσλόγιαννο που δεν τις χρειαζόταν μιας και είχε σφάξει στη ζωή του εκατοντάδες γουρούνια , ενώ εκείνος ούτε κουνέλι . 
Έσκουξε το ζωντανό σα να νοιώθε πως θα πεθάνει και την ώρα που ο Πεσλόγιαννος του πέρασε το κοφτερό μαχαίρι στο λαιμό το σκούξιμο του γουρουνιού έμεινε μετέωρο , ένας υπόκωφος ρόγχος θανάτου ακούστηκε και το ζώο υποτάχτηκε στην ανυπαρξία Ζωής. Τσαμπούνα το αίμα πεταγόνταν σια πέρα και έβαψε τα μούτρα του Πεσλόγιαννου κατακόκκινα! 
Βγήκε η θειά τ’ από το σπίτι της μ ένα που σαν καντήλι ήταν που μέσα θυμιάμα που καίγονταν είχε και σταύρωσε μ αυτό τρείς βολές το σφαγμένο πια ζώο . 
-Τι κάνεις εσύ , εδώ, τέτοια ώρα ; είπε στο παιδί, σαν τελείωσε το θυμιάτισμα , νύχτωσε άντε τράβα στο σπίτι σου , το μάλωσε τρυφερά η μαυροφορεμένη γυναίκα , χήρα αντάρτη, που ανάθεμα και ήξερε τι είναι το αντάρτικο και γιατί σκοτώθηκε στα βουνά το σαράντα εφτά ο άντρας της και την άφησε χήρα με δυο παιδιά . 
Την διέκοψε ο Γραμματικός , που όρθωσε το ανάστημά του αφού όλη την ώρα ακουμπισμένος πάνω στην γκλίτσα του ήταν όσο οι άλλοι σφάζανε το γουρούνι. 
Την πλησίασε και της λέει χαμηλόφωνα : 
 -Από σένα θα πάρω σφάγιο , κουμπάρα Μαρία , είκοσι ασημένια κοσάρικα για το μισό σφάγιο , δίνω. 
 -Κάντα εικοσιπέντε αφέντ’ μ’ και καλοφάγοτο, του αποκρίθηκε αυτή που θεία Μαρία ήταν . 
 -Τι λες μαρή κουμπάρα με τόσα λεφτά θα πάρω κρέας απ την άλλη τη χήρα π’ δίνει και μ’νι με τόσα ασημένια , με τον Ποσειδώνα καβαλάρη , και χάιδεψε τα αχαμνά τ’ ξεδιάντροπα μπροστά σε ξένη γυναίκα .
Αλλά το είπαμε χήρα ήταν η έρμη… 
 -Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός ο πως τον είπες , αλλά αν το θες , εγώ μοναχά κρέας δίνω. Αλάργα από μένα , αφέντ’ μ’, κι έκανε να γυρίσει να μπει στο σπίτι με το αυτοσχέδιο θυμιατό μετέωρο . 
 -Καλά μαρή , αψιά είσαι με λυμένο το ζωνάρι για καυγά ,κι μη φωνάζεις , θα με κάνεις ρεζίλι στο κόσμο εδώ π’ σφάζουν . Άντε πάρε τα είκοσι κοσάρικα και σε καλή μεριά , μόλις το γδάρουν εδώ τα παιδιά φέρτο σπίτι μ’. 
 - Θα το φέρω κουμπάρε μ’ και αφού μέτρησε τα ασημένια είκοσαρικα από το μισθό του γραμματικού , μπήκε στο σπίτι . 
Είχε σχεδόν σουρουπώσει , από κοντά της μπήκε και το παιδί αθόρυβα. 
Πάνω στο αμπάρι της κάμαρας που στο μισό ήταν ο γιούκος με τα τσόλια τις μαντανίες και τις βελέντζες , έκρυψε τα χρήματα στη δίπλα από μια μαύρη βελέντζα . 
Πισωγύριζε αθόρυβα ο μικρός γαβριάς και βγήκε από το σπίτι στην αυλή . 
Οι τρείς γουρουνοσφάκτες είχαν σχεδόν τελειώσει το γδάρσιμο και χρειαζόταν νερό για να ξεπλύνουν τα εντόσθια του ζωντανού που ήταν πια σφαγμένο και άχνιζε ενώ το αίμα πάγωσε στο χώμα και μαύρισε σαν πίσσα , ένα πράμα. 
Μπήκε η χήρα ξανά στο σπίτι πήρε ένα μεγάλο χάλκωμα γεμάτο νερό , βγαίνοντας είπε στο παιδί άντε καλό μ’ τράβα θα νυχτώσεις για τα καλά εδώ πέρα στα ρέματα , άντε κι δεν έχω και τίποτε να σε φιλέψω πασιά μ’ . 
 -Πάω θειά , της αποκρίθηκε το παιδί , και φράστ για πότε μπήκε και για πότε ξάφρισε ένα από τα ασημένια κοσάρικα κανένας δεν το πήρε μυρουδιά με τόσο κόσμο που ήταν εκεί. 
Πήρε το δρόμο της επιστροφής μες το θαμπό σούρουπο. 
Οι νιφάδες τώρα εκεί στη ράχη στο « Τουρκόμνημα» πυκνές έγιναν , άσπρες , όμως δεν τις έλεγες σαν κάτι να τις έβαφε μαύρες και κείνο το αναθεματισμένο το κοσάρικο σα να τον κρυώνει κατάσαρκα , παγωμένο σίδερο .
Είχε θέμα και με το Θεό για την αμαρτία που έκανε σήμερα . Έχοντας δε κατά νου , αυτά που τους έλεγε ο Δάσκαλος την ώρα του κατηχητικού θα έβραζε σαν πέθαινε στα καζάνια της κολάσεως , πάει τελειωμένο ήταν, το ήξερε και κρύος ιδρώτας τον έλουσε . Έμεινε κι στο Τουρκόμνημα μετέωρος για κάμποση ώρα . 
Από τη μια φαίνονταν το σπίτι του πέρα μέσα στα δέντρα αγέρωχο και σκοτεινό και από την άλλη το σπίτι της θειάς του στο χωριό με αμυδρό φως καντηλιού . 
Αν περάσω πέρα προς την «κακοστρατιά» με το κλεμμένο κοσάρικο και δε γυρίσω να τοβάλω στο γιούκο της θειάς μου , δεν τα γλιτώνω τα καζάνια της κολάσεως εκεί θα ψήνομαι στον αιώνα τον άπαντα, σκέφτονταν δίβουλος! 
Υπολόγισε νοερά με το μυαλό του πόσες καραμέλες θα αγόραζε με ένα εικοσάρικο και ζαλίστηκε από τους πολλαπλασιασμούς , τις προσθέσεις αλλά κυρίως από τη γλύκα τόσων καραμελών .
Τα σάλια του τρέχανε ασυγκράτητα . 
 -Διακόσιες καραμέλες , φώναξε δυνατά . Αξίζουν τα καζάνια της κολάσεως για διακόσιες καραμέλες, μονολόγησε ! 
Πριν Κινήσει να πάει προς το σπίτι του σήκωσε τον πάτο του ενός απ’ τα λαστιχένια παπούτσια του και έκρυψε κάτω από τα δάχτυλα στο δεξί παπούτσι που ήταν γερότερο το ασημένιο κοσάρι . 
Καθώς πλάλαγε πέρα τη στράτα , του ήρθαν στο μυαλό οι ιδιότητες του Θεού , καθώς τους τις έλεγε ο δάσκαλος: Φιλεύσπλαχνος, αν και δεν καταλάβαινε καλά τι σήμαινε η λέξη , αλλά για κατ’ καλό του ακούγονταν. 
Ο Θεός μας είπε , πως κάνει και συγχώρεση αμαρτιών για όποιον μετανιώνει πραγματικά , μονολόγησε , μες στην αρχή της βαριάς νύχτας που τα έκανε όλα μαύρα εξόν από το χιόνι που έφεγγε άσπρο εκεί στα ψηλώματα στις βουνοκορφές. 
Έχω καιρό να μετανοήσω , σκέφτηκε αφού θα έχω φάει όολες τις καραμέλες! κι το έριξε στην πιλάλα για να περάσει το ρέμα στην «Ιτιά» με τα πολλά φαντάσματα και τα πιότερα δαιμόνια . 
Με τα πολλά έφτασε σπίτι . 
Η μάννα τ΄ τον μάλωσε ήπια . 
- Τρία τέρμινα έκανες να πας και να ρθεις, ωρέ λεβέντ’ μ’ , του είπε την ώρα που της έδινε τη μποϊά. 
Ξημέρωσε παραμονή Χριστουγέννων το χιόνι στρωμένο στις στέγες και στα δέντρα κρύο έκανε μέσα , κρύο ανυπόφορο έκανε κι όξω . 
Βγήκε το παιδί να παίξει με το τόπι του στην αυλή , ένα λαστιχένιο τόπι που το χτύπαγες στο χώμα και πεταγόταν πέντε μέτρα ψηλά . 
-Άσε βρε οβριόπ’λο αυτό το διαλόπραμα και μπες μέσα θα σε ρίξει στο στρώμα με καμιά πνεμονία , θα πλιβριτώσεις και θα τρέχουμε στα Καρπενήσια στους γιατρούς και για να γίνει πιο πειστική , συμπλήρωσε, και θα σου κάνουν το κώλο κόσκινο στις ενέσεις. 
Μπήκε στο σπίτι δεν το χώραγε ο τόπος . 
-Πάω να πω τα κάλαντα στη γειτονιά ,είπε , ο μικρός στη μάνα του.
- Να πάρεις και τα κορίτσια μαζί ,του αποκρίθηκε . 
-Ασε με ρε μάνα π θα πάρω και τα μυξιάρικα μαζί μ’ ,είπε, και έκοψε πέρα μες το χιονιά που έπεφτε ανάριος . 
Πήγε πρώτα στη θεια του τη Γιώργενα ,την κατσιαντώνενα , σηκώθηκε αυτή κούτσα -κούτσα έκανε πως τον άκουγε ενώ ο μικρός έλεγε μια λέξη εδώ και μια παραπέρα απ τα κάλαντα . Πριν τελειώσει του έβαλε στην τσέπη του ένα αυγό . 
-Άντε και του χρόνου πάλι πασιά μ’ του είπε κι έκλεισε την πόρτα. 
- Να κλείσω και το κρύο όξω ,του δικαιολογήθηκε . 
Έφυγε το παιδί βολίδα για τη θειά τ’ τη Λάμπραινα , εκείνη τον κέρασε έναν μπαγιάτικο κουραμπιέ θα της είχε μείνει από του αγίου Σπυρίδωνος , μιας και το σπίτι είχε παιδί που το λέγανε Σπύρο και το γιόρτασαν πριν κάμποσες μέρες . 
Τον πήρε ανόρεχτα είπε ένα ευχαριστώ , ευχήθηκε και του Χρόνου και βγήκε γρήγορα από το σπίτι . 
Έγλυψε την άχνη του κουραμπιέ και τον πέταξε με δύναμη σ ένα κότσυφα που κρυβόταν μες τις αγράμπελες . Φλετούρισε το μαύρο πουλί τρομαγμένο μες την λευκή επικράτεια του χιονιού και ο μικρός με τα γόνατα έξω και μπλαβιά από το κρύο τράβηξε για την άλλη Γιώργενα, την Κωστογιώργιενα, στο πάνω σπίτι που το λέγανε στα Κωστέικα . 
 Αφού της είπε τα κάλαντα , η θειά Γιώργενα έβγαλε μια χούφτα κουκόσιες και τις απίθωσε στις χούφτες του . 
- Άντε ψυχούλα μ’ και το χρόνου να ‘μαστε καλά και καλά μυαλά να έχεις εκεί στο σχολείο που πας , να μάθεις γράμματα , ακούς ; να φύγεις από εδώ από την κατάρα και τη σκλαβιά που ζούμε εμείς , και το ξεπροβόδισε μέχρι την πόρτα . 
 Έβαλε το παιδί τις κουκόσιες στις τσέπες , πρόσεξε μην πιέσει το αυγό και το σπάσει και βγήκε στην αυλή. 
Είχε αρχίσει να ρίχνει κάτι μεγάλες νιφάδες σα πατσιαβούρες άσπρες ! 
Έτρεχε το παιδί με ανοιχτό το στόμα να πέσει καμιά νιφάδα μέσα . Ξέχασε και τ αυγό και το κρύο , είχε απορροφηθεί τελείως απ το κυνηγητό των τεράστιων νιφάδων . Κει πάνω στο κυνηγητό φάνηκε στην πόρτα της καλύβα της η «ακατανόμαστη» . 
Έτσι την έλεγε η μάνα του , τη χήρα του αντάρτη που έκανε ντροπής πράματα , λέει, είχε κι ένα μπάσταρδο και πως κόσμος πολύς τα βράδια , λέει, πήγαινε κι ερχόταν στην καλύβα της . 
-Ήρθε ο πατέρας απ’ τα έργα π’τσαρά μ’ ; το ρώτησε . 
- Η μάννα μ’ μου είπε να μην σ’ κρένω θειά , της απάντησε και τήραγε τα παπούτσια του, κατακόκκινο απ’ την ντροπή του και το κρύο το παιδί. 
- Δε θα της το πούμε έλα μέσα , να σε φιλέψω , κονόμησα χτες κάτ’ λουκούμια μεγάλα σαν αγκωνάρια . 
Μεγάλος πειρασμός τα λουκούμια , τα «αγκωνάρια» κι απ την άλλη αν τον έπαιρνε χαμπέρι η μάννα τ’ πως μπήκε στο καλύβ’ της «ακατανόμαστης» θα έπεφτε μπερτάκι χωρίς συζήτηση. 
-Να σ’ πω τα κάλαντα θειά ; τη ρώτησε αμήχανο το παιδί. 
-Άσε πασιά μ΄ τα κάλαντα κι θέλω μια χάρη από σένα σαν έρθει ο πατέρας απ τα έργα να ρθεις και να μ’ το πεις . 
- Τι τον θέλεις τον πατέρα μ’ θειά ; Ρώτησε το παιδί με μια ανησυχία στα βλέμμα. 
-Α, τίποτα πασιά μ’ κάτ’ του ‘πα να μ’ φέρει απ τ’ Αγρίνιο . Ματσιάλησε το παιδί το λουκούμι λαίμαργα ,κόντεψε να πνιγεί. Κείνη την ώρα το μικρό που μπάσταρδο το λέγανε οι μεγάλοι στις κουβέντες τους έβαλε τα κλάματα μέσα στη σαρμανίτσα τ’. Βέλαξε από τον τσάρκο δίπλα τους η μια από τις τρείς γίδες της «ακατανόμαστης». 
Έκανε να σηκωθεί η «ακατανόμαστη» χήρα και της έπεσε από τον κόρφο της ένα πουγκί με πολλά λιανόματα μέσα . 
Γούρλωσε τα μάτια τ’ το παιδί . 
Έσκυψε αυτή να το πιάσει και ανέβηκε ψηλά η μαλίνα της , φάνηκαν κάτασπρα σα γάλα τα κωλομέρια της . 
–Άιντε μπαμπέσικο , έχεις να μοιάσεις , αμ δεν έχεις είπε και γέλασε σαν κατάλαβε τι είχε δει το παιδί . 
Ντράπηκε αυτό σαν να το πιασε κάποιος να κλέβει κεράσια . Γύρισε τα μάτια τ΄ αλλού κι σια πέρα κοίταγε που κάποιες απ τις νιφάδες πέρναγαν από τις χαραμάδες και στο καλύβι μέσα έμπαιναν Λουρίδες , λουρίδες ανέβαινε ο καπνός μες την καλύβα κι οι νιφάδες χόρευαν για μια ανάσα κι έλιωναν , πάει σταγόνες νερού γινόταν με τη μία . 
Πως του ήρθε και γυρίζοντας στην ακατανόμαστη της λέει : 
- Ωρέ θειά, βρήκα στην πλατεία στο χωριό χτες βράδυ , ένα κοσάρ’ απ τα καινούργια τα ασημένια . Θα μ’ το χαλάσεις εσύ που χεις λιανόματα ; 
Για να το ιδώ , πασιά μ , είπε η «ακατανόμαστη» και τα μάτια της γυάλισαν . 
Έβγαλε το παιδί το κοσάρ’κο από το παπούτσι του , το πήρε το κοίταξε από δω το περιεργάστηκε από κει , το δάγκωσε λίγο με τα δόντια της και αποφάσισε : 
-Από που το ξάφρισες αυτό βρε τζαναμπέτικο ; ποιος χάνει μωρέ κοσάρ’κο σήμερα να το βρεις εσύ ; 
- Σ’ ορκίζομαι θειά στην πλατεία το βρήκα , χτες το σούρουπο, που μ’ έστειλε η μάνα μ’ να τ’ς πάρω μποϊά κόκκινη . 
-Μην λες εμένα χαζά , ζακατείς από δω να μη σε βλιέπω . Θα το πω στον πατέρα σου σαν έρθει από τα έργα , δε ντρέπεσαι ένα λιανοπαίδι εκεί πέρα να σουφρώνεις ξένα πράματα ; 
-Κι εσύ «ξένα» πράματα , ακούγεται πως σουφρώνεις, θειά … 
-Δε θες να μαρτυρήσω στη μάνα μ’ πως θέλεις να τ’ πω κρυφά στον πατέρα μ’ ότι κάτ’ τον θέλεις σαν έρθει από τα « έργα του Αχελώου» , εναντιώθηκε το παιδί κερδίζοντας πόντους σ αυτή την κόντρα που ανοίχτηκε ανάμεσα τους . 
- Κοίτα μη κάνεις κάνα αστείο , κοψόχρονο, σε αφαλόκοψα ! 
Αλλά άιντε βρε ζεβζέκι θα κάνουμε μια καλή μοιρασιά πάρε εσύ για καραμέλες σε λιανόματα δέκα δραχμές και θα κρατήσω κι εγώ τις άλλες δέκα να πάω στο μύλο να πάρω ένα φόρτωμα αλεύρι από το ξάι που έχει ο μυλωνάς , να βγάλουμε με τούτο το δόλιο κάμποσες μέρες απ το χειμώνα και έδειξε το μπάσταρδο στην σαρμανίτσα του . 
Γκιντιριάσκε το παιδί , τα φέρε από δω τα φέρε από κει να πάει στο καφενείο να πάρει καραμέλες με κοσάρ΄κο δεν γινόνταν με τίποτις. -Άιντε καλά ορέ θεια , πάω εγώ τώρα , είπε και βγήκε από το καλύβι της ακατανόμαστης. 
Το χιόνι έπεφτε πυκνότερο τώρα και το είχε στρώσει παντού. 
Πριν γυρίσει σπίτι μπήκε στον αχερώνα τους και έκρυψε στο βάθος σε μια μπάλα τριφύλλι τις δέκα δραχμές σε λιανόματα. 
Γύρισε στο σπίτι ,χαρούμενος , η μάνα τ’ πήρε το αυγό και το έβαλε στη μεσάντρα . 
Την ώρα που γύρισε προς το τζάκι να συνδαυλίσει τη φωτιά με το ξυθάλι τον ρώτησε : 
-Δε πιστεύω να μπήκες στο καλύβι της π΄τάνας , της «ακατανόμαστης» ; 
-Άσε με ορέ μάνα , τι γκαμπανίζεις πάλι ; της αποκρίθηκε και δίνοντας μια σπρωξιά στην αδερφή του τη Μαρία που έβαλε τις τσιρίδες , βγήκε στην αυλή να «οργώσει» το ολόλευκο χιόνι που θα είχε φτάσει τους είκοσι πόντους και βάλε ….. ………………………………………………………………………….. 


Πέρασαν τα Χριστούγεννα ή τα χρόνια ; 
Η μάννα και οι άλλες γυναίκες τούτης της ιστορίας χάθηκαν οριστικά , άφαντες . 
Τις πήραν οι αέρηδες σαν νιφάδες χιονιού και πάνε . 
Λένε πως τα σκοτεινά βράδια του Δεκέμβρη εκεί στα χαλάσματα η γιγάντια πουρνάρα της αυλής αχνίζει μαλαματένιο φως ξενιτεμένων ανθρώπων αλλά εγώ μεγάλωσα και δεν πιστεύω πια τις αφηγήσεις αόμματων ναυαγών . 
 Καληνύχτα σας . 
 Αθήνα 23/12/2016

Δημοσίευση σχολίου