Ελάτε στην παρέα μας !

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Ιστορίες του χωριού

Ο γάμος... 
Γράφει η κ. Φλώτσιου Έφη
Εκείνα τα δύσκολα χρόνια που η χώρα έβγαινε από την κατοχή και τον εμφύλιο, ένα πρόβλημα που καλούνταν όλοι να αντιμετωπίσουν ήταν η πείνα. Στα άγονα απομονωμένα χωριά της Ευρυτανίας οι παραδοσιακά πολυμελείς οικογένειες έδιναν μάχη καθημερινά για να έχουν στο τραπέζι ένα καλομποκόψωμο. Πολλές φορές για να το εξασφαλίσουν έπρεπε να διανύσουν με τα πόδια κακοτράχαλα βουνά ως το Μουζάκι και την Καρδίτσα
Σ’ αυτές τις συνθήκες οι ζωοκλέφτες ήταν ακόμα μια απειλή. Μια επιδρομή στη στάνη αρκούσε να φέρει την απελπισία. 
Μέσα σε όλα αυτά κάποιοι είχαν ένα επιπλέον πρόβλημα. Ήταν αυτοί που είχαν την ατυχία να έχουν πολλά κορίτσια. Αν ήταν και άσχημα δυο φορές ατυχία. 
Η προίκα που έπρεπε να δοθεί στη νύφη έκανε τη γέννηση κάθε κοριτσιού μια ατυχή υπόθεση. Τα προξενιά ως κατάσταση σχεδόν αγοραπωλησίας έδιναν και έπαιρναν. 

Η παράδοση υποχρέωνε τα αδέρφια να αποκαταστήσουν τις αδερφές πριν σκεφτούν το δικό τους γάμο. 
Στο πλαίσιο αυτό η εφευρετικότητα και τα ευτράπελα δεν έλειπαν και κάποιες ιστορίες έχουν αφήσει εποχή και αναπαράγονταν σε πολλές παραλλαγές στις χειμωνιάτικες συναθροίσεις δίπλα στο τζάκι, σαν την ιστορία που ακολουθεί. 

Ο Κωσταντής ομορφάντρας και με δικό του σπίτι και στάνη αφού πάντρεψε τις δύο αδελφές του, άρχισε να ψάχνει νύφη να νοικοκυρευτεί πριν τον πάρουν τα χρόνια. Ωστόσο παρόλο που οι προξενήτρες πήγαιναν και έρχονταν ο Κωσταντής δεν αποφάσιζε, σε όλες κάποιο κουσούρι έβρισκε. 
Μια μέρα ο θείος του που ήρθε απ’ τα χωριά της Καρδίτσας του είπε για μια κοπέλα «σαν τα κρύα τα νερά», προκομμένη, ότι έπρεπε για τον Κωσταντή. Έτσι με τα πολλά πείστηκε ο γαμπρός και κίνησαν με τα μουλάρια δυο μέρες δρόμο για να δούνε τη νύφη. 

Το σόι της νύφης ειδοποιημένο, έκανε τις απαραίτητες ετοιμασίες για την υποδοχή. 
Τα αδέλφια της ξακουστοί ζωοκλέφτες πάντα οπλισμένοι και ετοιμοπόλεμοι είχαν να αποκαταστήσουν δύο αδελφές. 
Η μια η «σαν τα κρύα τα νερά» δεν είχε φόβο, η ομορφιά της θα έλυνε το πρόβλημα. 
Η άλλη όμως δεν είχε στον ήλιο μοίρα. 
Η φύση δεν ήταν γενναιόδωρη μαζί της. 
Όσο και να τη στολίζανε τους έμοιαζε πιο άσχημη.Και σαν ειρωνεία της τύχης την είχανε βαφτίσει και Τριανταφυλλιά. Αυτή η αντίθεση προκαλούσε γέλια και κουτσομπολιά. Της είχαν φτιάξει μάλιστα και τραγούδι, «ποιος είδε Τριανταφυλλιά με τέτοια κρεατοελιά»
Ήταν βέβαια καλόψυχη, υπομονετική και εργατική αλλά τι να το κάνεις. Τα αδέρφια όλο συζητούσανε πως θα την «ξοδέψουνε». Και να που παρουσιάστηκε η ευκαιρία. 
Οι δυο πανούργοι θα στήνανε το μεγάλο κόλπο. Σύμφωνα με το σχέδιο εκείνο το βράδυ η Τριανταφυλλιά δεν έπρεπε να εμφανιστεί. 
Με το που φτάνει ο Κωσταντής έτυχε μεγάλης υποδοχής, με ψητά στη σούβλα και άφθονο κρασί. 
Η Αγγελική όμορφη «σαν τα κρύα τα νερά», πήγαινε κι ερχόταν και κέρναγε τον Κωσταντή και εκείνος δυο φορές ζαλισμένος απ’ το κρασί και τα μάτια της δεν πίστευε στην τύχη του. 
Το γρηγορότερο να γίνει ο γάμος σκεφτότανε. 
Έτσι ζαλισμένος έλεγε και ξανάλεγε «το γοργόν και χάριν έχει», την άλλη Κυριακή τα στέφανα, και δώστου να αδειάζουν οι κανάτες. 
Το μόνο που σκεφτότανε ο Κωσταντής πως θα περνούσε η βδομάδα μέχρι να παντρευτεί με δόξα και τιμή την Αγγελική. 
-Γειά σου , ρε γαμπρέ τυχερέ έλεγαν τα δυο αδέλφια και λύνονταν στα γέλια. 
Την άλλη Κυριακή όλο το συμπεθεριό ήταν έξω απ’ την εκκλησία στο χωριό της νύφης όπου θα γινόταν ο γάμος κατά το έθιμο. 
Ο Κωσταντής περίμενε περήφανος κι ανυπόμονος. 
Και να που ξεπρόβαλε η καλή του σκεπασμένη με το πέπλο, ανάμεσα στα αδέλφια της που την κρατούσαν φορώντας τα καλά τους και ζωσμένοι με τα κουμπούρια. 
Σαν πλησίασε η νύφη και σηκώσανε το πέπλο, ο Κωσταντής έμεινε άφωνος σαν να τον χτύπησε κεραυνός. 
Τι ήταν αυτό που αντίκριζε, που πήγε η όμορφη Αγγελική. Μπροστά του έστεκε η πιο άσχημη που θα μπορούσε να φανταστεί. 
Άρχισε να ουρλιάζει πως τον κοροϊδέψανε, να βρίζει και να απειλεί, όρμηξε να πνίξει τα δυο καθάρματα. 
Όμως πριν προλάβει να κάνει οτιδήποτε, δυο κάννες καρφώθηκαν στα πλευρά του και σύρθηκε στην εκκλησία χωρίς να μπορεί να βγάλει άχνα. Δεν το είχαν για τίποτα να τον καθαρίσουνε έτσι για την τιμή της αδελφής τους. 
Ο θείος του που ήξερε την αλήθεια κατάπιε τη γλώσσα του απ΄το φόβο, όταν ο Κωσταντής τον παρακαλούσε να επιβεβαιώσει την απάτη. Βρίσκονταν στο χωριό της νύφης, τριγυρισμένοι από εχθρούς. 
Έτσι ο Κωσταντής χόρεψε τον Ησαϊα με την κάννη στα πλευρά, και ένοιωθε σαν να χόρευε το χορό του Ζαλόγγου. 

Η Τριανταφυλλιά έκανε ότι της είπανε δεν θα τολμούσε να κάνει και τίποτα άλλο. 
Σερνότανε σε αυτό το στημένο γάμο, και μόνο μέσα της ένοιωθε μια πίκρα και μια λύσσα μαζί για τους ανθρώπους που κανένας δε νοιαζότανε για την όμορφη ψυχή της. 
Παρόλα αυτά μια σκέψη την έκανε να θέλει να γελάσει, με κάποιο τρόπο η ζωή εκδικήθηκε για την ασκήμια της. 
Παντρευότανε έναν ομορφάντρα που ούτε στα όνειρά της δεν μπορούσε να φανταστεί, έστω και υπό αυτές τις συνθήκες. Θα τον κάνω να με συμπαθήσει σκεφτότανε και λίγο τον λυπότανε για όλο αυτό που του είχανε σκαρώσει. 
 Ο Κωσταντής πέρασε κανένα τρίμηνο στουπί στο μεθύσι μη μπορώντας να χωνέψει πως του τη φέρανε. Δεν ήθελε να πηγαίνει ούτε σπίτι του στην αρχή, ούτε να βλέπει δεν ήθελε αυτή που του φορτώσανε. 
Κι η Τριανταφυλλιά που καταλάβαινε τον πόνο του εξαφανιζόταν να μην τη βλέπει και άκουγε αμίλητη όλο το κατεβατό από βρισίδια που έλεγε αντί για προσευχή ο Κωσταντής πρωί και βράδυ για αυτή και για το σόι της. 
Εκείνη έκανε το καθήκον της συγύριζε μαγείρευε δούλευε χωρίς μιλιά, και έκλαιγε κρυφά. 
Όλα άστραφταν κι όλα μπήκαν σε τάξη στο σπίτι του Κωσταντή. Αυτό δεν μπορούσε να μην το προσέξει !  
Καμιά φορά την κοίταγε και τη συμπονούσε κι αυτή γιατί καταλάβαινε πως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. 

Έτσι ο χρόνος που όλα τα γιατρεύει, έκανε τον Κωσταντή να ξεχάσει και άρχισε να ανακαλύπτει μια άλλη ομορφιά την ομορφιά της ψυχής που καθρεφτιζόταν στα μάτια της γυναίκας του και τον έκανε να τη βλέπει όμορφη. 
Η ομορφιά αυτή γαλήνεψε κάθε τρικυμία και θυμό που κουβαλούσε μέσα του, ένοιωθε πως η ζωή τον έκανε σοφό, όταν μετά από χρόνια μαζί με την Τριανταφυλλιά διηγόταν την ιστορία στα εγγόνια τους και γελούσαν με την καρδιά τους. 

Φλώτσιου Έφη


Φωτογραφίες : 1)Thanasis Giannelos , Γάμος στη Μολόχα Αγράφων δεκαετία 60
                         2)ΡΟΥΜΕΛΗ-ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ Χαρακτηριστικός τύπος Αγραφιώτη 
(Φωτο-λιθογραφία 1947)
Φωτογραφία και σχόλιο στο facebook κ.  Ioannis Elatos Makkas  
Δημοσίευση σχολίου