Ελάτε στην παρέα μας !

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Στ’ παπά του πήδ’μα

Γράφει ο κ. Γιώργος Στ. Αθανασιάς ,Συγγραφέας -Εκπαιδευτικός
Κάποτε σαν σήμερα (20 Δεκεμβρίου), πάνε χρόνια από τότε, που πέρα στ’ Ασπροποτάμου τα βουνά, πίσω από της Πρασιάς τα μέρη κι από των Κέδρων τα τόπια, του Αγίου Ιγνατίου ανήμερα, ένας παπάς, της περιοχής φαντάζομαι, έδεσε το ζευγάρι του κι έβαλε σειρά σιτάρι για να σπείρει!
Είναι αλήθεια, ότι η σπορά και στα μέσα, αλλά, κυρίως, μετά τα μέσα του Δεκέμβρη, είναι όψιμη πολύ. Όμως, σύμφωνα με όσα μολογάνε οι παλιότεροι, ο παπάς, καθυστέρησε να σπείρει, εξ αιτίας της παρατεταμένης φθινοπωρινής κακοκαιρίας. Έτσι, μόλις είδε μέρα καλή, μόλις αντίκρισε τον ήλιο, ξέχασε Αγίους, λησμόνησε εκκλησιές, παράτησε θυμιατά, άδραξε γελαδοζεύγαρο κι αλετροπόδα, φορτώθηκε στην πλάτη του το σπόρο και ξημερώθηκε στο βουνό, βρέθηκε στο άσπαρτο χωράφι μέσα!
Αφού ξαπόστασε λιγάκι, έζεψε τα βόδια, πέταξε το σπόρο κι άρχισε το σπάρσιμο. Έκαμε δεν έκαμε τρεις σποριές, όταν ξεκάμπισε ένας τσοπάνης με τα πρόβατά του.
-Καλ’μέρα, παππούλ’, του φώναξε ο τσοπάνης. Πώς πάει; Κουλλιέτι του χουράφ’; Μην απασκένισι κιόλας κι καλά μπινικέτια να ’χ’ς, συνέχισε.
-Καλώς τόνε τον τσέλιγκα με τα χίλια πρόβατα, του αποκρίθηκε ο παπάς, που του δόθηκε η ευκαιρία να πάρει μιαν ανάσα.
-Χίλια…! Πού χάθ’καν, παπά μ’, χίλια; Είμι άξιους ιγώ για χίλια…; Πάν’, παππούλ’, τα καλά τα χρόνια… Τώρα…
-Ε, μπουρεί να μην είν’ χίλια, αλλά ιννιακόσια είν’, είπε ο παπάς και γέλασε.
-Να σ’ που… Άμα ήμαν νιώτιρους, θα τα ’φκιανα κι χίλια, αλλά είπαμι… τα έρμα τα χρόνια… Όμους, για στέκα… Ας τ’ αφήκουμι τα πράματα κι ας έρθουμι στου χουράφ’… Κι ο σήμερα… Μ’ κάζ’, ότ’ είν’ γιουρτή σήμερα… Πώς κι απουφά’ισεις, παπάς ισύ, να κάμ’ς χουράφ’;
-Γιουρτή…;
-Είν’ γιουρτή, παππούλ’… γιουρτή κι γιουρτή…! Είν’ τ’ Α –Ιγναντιού. Κι ο, άμα δε τ’ς φ’λάτι ισείς οι παπάδες τ’ς γιουρτάδις, τότι… τότι, τι θέλ’ς να κάμουμι ιμείς οι βλάχ’, που ’μαστι αγράμματ’ κόσμους ;
-Δούλευε κι αγνάντευε, του αποκρίθηκε, πικρόχολα, ο παπάς! (Κατ’ άλλους του είπε: «Αγνάντια ιδώ, αγνάντια ικεί, χε, του ζευγαράκι μ’…»).
Όμως, κρίμα… Δεν πρόκαμε να αποσώσει την κουβέντα του και φρόμαξαν τα βόδια! Φρόμαξαν, σηκώθηκαν στα μπροστινά τους τα ποδάρια κι αγριεμένα, λες και τα πιλάτευαν χίλιες –μύριες στρίγκλες κι άλλοι τόσοι διάολοι απ’ το ρέμα, χίμηξαν κατά του γκρεμού τα δύσβατα… τ’ απότομα τα μέρη!
Ο παπάς, αγκάλιασε την αλετροπόδα δυνατά, πάσχισε να μυτιάσει το υνί στο χώμα, έτρεξε από κοντά τους, προσπάθησε να τα σταματήσει, αλλά… κόπος μάταιος!
Τα βόδια, αγριεμένα καθώς ήταν, τον σβάρνισαν ξοπίσω τους! Σε ελάχιστη ώρα, μπροστά τα βόδια, πίσω τους τ’ αλέτρι κι από κοντά τους ο παπάς, χάθηκαν! Έπεσαν στου γκρεμού το στόμα, που ’χασκε λίγο πιο ’κεί… στου χωραφιού την άκρη! Και να ’ταν μικρός… Τεράστιος ήταν…! Τριακοσίων και πλέον μέτρων ήταν!
Ο καημένος ο τσοπάνης, δεν πίστευε στα μάτια του. Μια κοίταζε το χωράφι, μια τον ουρανό και μία το γκρεμό. Έμεινε κι αγνάντευε και μετά μολόγαγε.
Όπως είπαμε, από τότε, πέρασαν χρόνια πολλά. Το περιστατικό, όμως, έμεινε. Δεν αστοχήθηκε. Περνάει από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά. Και η περιοχή, από τότε, έμεινε να λέγεται: «Στ’ παπά του πήδ’μα».

ΠΗΓΗ: Γιώργου Στ. Αθανασιά: ΚΟΥΤΣΟΚΕΦΑΛΑ, ΜΥΘΟΙ,
ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΜΟΥΡΑΠΑΔΕΣ, Εκδόσεις ΟΙΩΝΟΣ
 και :  www.gathanasias.gr



Δημοσίευση σχολίου