Ελάτε στην παρέα μας !

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Εν Καναλίοις...του ΄΄ Τρίψιμου΄΄ !

Απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Στέφανου Γ. Πρίντσιου «Εν Καναλίοις – Λεύκωμα Ενθυμήσεων» Β’ τόμος.

Ακατάλληλο δια ανηλίκους

…Σα χινουπόριαζι για τα καλά, την απαρατούσαμαν τη σπ’λια του Τσιανάκα κι την καλύβα στσι Σουσού του ρέμα. Έπιρναν τα κρύα, τα δέντρα δεν είχαν πια φυλλουσιές να κρυφτούμι, τα ρέματα κατέβαζαν γκουρλίγκα κια δε ήνταν εύκουλου πράμα να τα συργιανάμι. 
Η αντάρα μέρα παρά μέρα, ανέβινι απού κατ απ’ του Σκατιάρ(η), ξικαμπώντας στη Γκαβαρδίνα κι παίρνουντας σιαπάν-σιαπάν του ρέμα ως π’να πεις κείμινου κούκλουνι τα σπίτια. 
Άλλις πάλι φουρές κατέβινι απ’ τουν Αϊλιά οπ’ ακουμπούσαν τα σύγνιφα κι σιγά- σιγά τ’λούπουνι ούλου του χουριό κι δεν έγλιπις τη μύτη σ’.
Η μέρα αρχίναγι να μικραίν(ει) κι σκουτίδιαζι αγλήγουρα.
Τι να κάνουμι κι μεις τα τσέλιχα, άφναμαν τα σιργιάνια στα ρέματα κι στα πλάια μι τσι πουρδαλιές κι τρύπουνάμαν στα μαγαζιά, να ζισταθούμι δίπλα στα μαγκάλια.
Ένα απ’ τα καλλίτιρα στέκια μας ήταν στου μαγαζί του πατέρα μ’.
Άι, αυτό του μαγαζί! Τι δε γένουνταν ικεί μέσα!
Του πήραμαν ξικουπή κάθις σούρουπου πιάνουντας θέσ(η) στην ξυλένια σκάλα, π’ακούμπαγι στα ράφια. Σι κάθι σκαλί, ως απάν, κάτχιαζι σα π’λάδα, κ’ένας απού μας. 
Τσαμπί απού σταφύλ(ι) γένουνταν η σκάλα κι αντί για ρόγις είχι πιδιά.
Τρόιρα στου μαγγάλ(ι) μαζώνουνταν παππούδια κι μπαρμπάδις, κι πάφα-πούφα μι τσι στριφτές τσιγάρις, ντουμάνιαζαν τουν τόπου. Η πατέρας κάπνιζι «Έθνους πλακέ», μιτά του γύρ’σι στου λαθραίου αλλά τιλιφταία το’κουψι μαχαίρ(ι) κι καπ-καπ ζάντζιβι κιόλας μι τη κάπνα:
-«Κόψ’τι του βρε ντούχνις να βρείτι τη ‘γεια σας, ξηρουχαλιάσκαταν στου βήχου! Κόψ’τι του!»
-«Έκουψάμαν ούλα τ’άλλα, α κόψουμι κ’ιτούτου, τι μας απουμέν(ει) για συνουδειά;» απουκραίνουνταν τα παππούδια κι ρουφούσαν ραχαλίτ’κα του στριφτό τσιγαρ’λίκ(ι), ως π’να καεί του νύχι τ’ς!
Ισύ Γιώργου να σι πω την καθαρά αλήθκεια, δε βηχ’ς απ’ τη κάπνα, βήχ’ς απ’ του πιτρέλιου απού καταπίν’ς ρουφώντας του λάστικου για να του βγάλ’ς απ’ του βαρέλ(ι)», απουκρίθ’κι στουν πατέρα μ’ η μπάρμπα Γληγόρ’ς κατ τσι Λέν(η).

Άι μιτά αρχινούσαν να φιλουγάν άσουτα, πότις η ένας πότις η άλλους κι κουντά σι αφνούς μάθινάμαν κι μεις τα νέα. 
Απ’ τουν πόλιμου στου Βιτνάμ, ως του μάλουμα Καζαντζίδη-Μαρινέλλα, είχαμαν καλό μπουιαμπέτ(ι)!!! 
Κιάμα ‘πιρνούσι κάνας απ’όξου κι τουν έπιαναν στου στόμα τ’ς οι κουκουσάδις, ιί χα, μάθινις ούλα τα χούια τ’!

-«Α, του μάζουσι νουρίς απόψι η μπαρμπαΝίκους, πάει για τη κυρά σφαίρα!»
-«Πάει για τρίψιμου, λες;»
Τι τρίψιμου;»
-«Αα, δε του ξέρ’ς του κόλπου τ’;»
-«Α, πέ του ντε!»
-«Τα πρόπιρ’σ(ι) ρα, του καλουκαίρ(ι), αυτός μι τη γυναίκα τ’, κίν’σαν να μάσουν τα κουρ’φάδια, σιακάτ στα Παλιουράκια. 
Η μπαρμπαΝίκους κι μάζουνι κι μέριαζι τα θκα τ’ κι όσα τουν ίφιρνι η γυναίκα τ’. Διπλή δ’λεια δηλαδής, ξιπατώθ’κι η καψιρός. 
Του προυί, μόλις έδουσι η ήλιους, τουν ήρθι νια αντράλα κι γουνάτ’σι στην αυλακιά να πάρ(ει) καναδυό ανάσις. 
Σα τουν είδι η Ρίνα ξιαπλουμένου να βουγκάει, καταλαχτάρ’σι! Πααίν(ει) σ’μα τ’ κι τουν γλέπ(ει) ντιπ χαλέπιτου
«Ούι, κακό π’μας βρήκι!», έσκουξι. 
«Νια ζαλάδα ίνουσα μαρί, θα μι απιράσ(ει), μη κάν’ς έτσ(ι) σα παλαβή!» 
«Κάτσι, κάτσι αυτούια άντρα μ’ όπους είσι ξιάπλα, να σι τρίψου λίγου.» 
Πιτχιώτι τα γλήγουρα στη λεύκα απού‘χαν κριμασμένου τουν τρουβά, αρπάει ένα κουνιτάκου μι τσίπρου κι γυρνάει τακουσιού στην αυλακιά. 
Τουν ξικούμπ’σι του π’κάμ’σου κι αρχίν’σι να τουν τρίβ(ει) κια μι τα δυο τα χέρια, μπρουστά στου στήθους. 
Μιτά τουν γύρ’σι τ’απίστουμα κι τουν έτριψι κι στσι πλάτις.
 Σι λίγου τουν απέρασι του μπαρμπαΝίκου η μπάιλας κι γίγκι πιρδίκ(ι)
Έλατις όμους απ’ τουν καλάρισι του τρίψιμου απ’ τα χιράκια τσι Ρίνα! 
Ρουζιασμένα ξιρουζιασμένα, βιλούδου τα ίνουθι στου κουρμί τ’! Τιντώθ’κι τ’ανάσκ’λα κι δεν έλιγι να σ’κουθεί. 
Πήρι δυο βαθιές ανάσις, βόγκ’σι λίγου κι παίνιψι μιτά τη κυρά τ’: «Άι, γεια στα χέρια σ’, καλύτιρα είμι…Ρίξι κανά δυο σταξιές ακόμα ιδώια στου λιμό μ’ κι σ’κώνουμι.»
Ματαρχίν’σι του τρίψιμου η Ρίνα πιο ουριξάτα, τώρα απ’ τουν έγλιπι δυναμουμένου! 
Απ’ του λιμό πήγι στου στήθους, μιτά κατέφκι στη κ’λια κι σταματ’μό δεν είχι! 
Όχ(ι) μαναχά ζουντάνιψι, παραζουντάνιψι η μπαρμπαΝίκους.
 Σι λίγου αλλάξαν τα πράματα στην αυλακιά
Αντίς να‘ντους τ’ανάσκ’λα η μπαρμπαΝίκους, μι τη Ρίνα απαναθέ τ’ να τουν τρίβ(ει), τώρα την είχι πλακουμέν(η) αυτός κι βουγκούσι αυτή! 
Του καταφχαριστείθ’κι όμους η Ρίνα! Τέτοιου ανάκαρου απού χλιμπουνιάρ(η) δε του θαρρούσι! 
Θυμήθ’κι τότις κι τη παροιμία «Φύλαξέ μι, όταν μ’εύρεις, για να μ’έχεις, όταν θέλεις». 
Αφού ξιφούσκουσι μι του καλό η μπαρμπαΝίκους, τουν έβαλι στουν ίσκιου, στη λεύκα κι δεν τουν άφ’σι ούτι να κουν’θεί απού ‘κει! «Κάτσι, κάτσι αυτούια να ξιαπουστάεις…κι μη σιακαλντίζισι ντιπ για τσι δ’λειες ισύ, φτάνου ιγώ! » 
Έτσια απ’λέτι, αυτή μάζουνι, αυτή μέριαζι, αυτή φόρτουνι, αυτή ούλα!
Την άλλ(η) τη μέρα ματαβρέθ’καν στα Παλιουράκια. Αυτή τη φουρά δε καταπιάσ’κι ντιπ μι τα καπνόφ’λλα η μπαρμπαΝίκους. Σα ξιπέζιψι απ’ του γουμάρ(ι), μόλις πήρι δυο βαριές ανάσις στην αυλακιά, τουν πιρίλαβι η Ρίνα… για τρίψιμου… μι τα καθέκαστα! Ε, απού ‘κείνου του καλουκαίρ(ι) βρήκι την υγειά τ’! Δε ματαΐδρουσι απού δ’λεια, ούτι στου χουράφ(ι), ούτι στ’αμπέλ(ι), χόρτασι μουχμουρ’λίκ(ι) κι αραξιό! 
Βρήκι του κόλπου, γλεπ’ς, τέντουμα στην αυλακιά, δυο βαριές ανάσις κι μιτά έρουνταν κι τουν πιριλάβινι η Ρίνα!!!» 
Κέρδους αυτός, κέρδους άλλου τόσου αυτή!!!
Καρ, καρ του χάχανου στου μαγαζί κι τα μασλάτια τέλους δεν είχαν, άμα έπιαναν οι φιτφάδις έναν στου στόμα τ’ς, όπους καλ’νή ώρα τώρα μι του μπάρμπαΝίκου!!
-«Αρά δεν μπουρούσι να τουν καν(ει) καλά μι τίπουτις του μπαρμπαΝίκου, η Ρίνα! Τα ‘θιλνι κι στην αυλακιά, αλλά άλλου τόσου τα ‘θιλνι κι στου σπίτ(ι), παρά τα γιράματα τ’, η αχόρταγους!
Ένα καλουκιρ’νό βράδ(υ) απάν στσι αναμούρις, λέει στη Ρίνα: «Δεν πάμι μαρί όξου στου ξιάναγου, μη μας ακούν ιδώ μέσα τα πιδιά;» 
Σ’κώνουντι απ’ λέτι κι πατώντας κια οι δυο στα νύχια, βγαίνουν στου ξιάναγου. 
Σα ξιάπλουσι η Ρίνα στα σανίδια, την καπάκουσι ουτιτότις ουριξάτους η μπαρμπαΝίκους. 
Ικείς π’αρχίν’σαν τα κουνήματα, ένα καρφί στα σανίδια την κάρφουνι τη Ρίνα στην πλάτ(η). 
Παραμέρ’σι λίγου αλλά πέτ’χι πάλι σι άλλου ξικάρφουτου.
 «Όρι άντρα μ’…» λέει «…δε βουλεύουμι, μι ζαγκανάν στην πλάτ(η) κάτ(ι) καρφιά στα σανίδια, ια στασ’ λίγου να πάνου στου κατώι, να φέρου να στρώσου του άδειου σακί απ’ τ’αλεύρ(ι).»
 Τι του ‘θιλνι η χριστιανή να του πει αυτό;! Μόλις τ’άκ’σι η μπαρμπαΝίκους, χαντακώθ’κι! 
«Τι είπις μαρή; Μας μπίτ’σι τ’αλεύρ(ι) στου κατώι;
 Ώι, ώι!» Παν απ’ λέτι κι οι αναμούρις παν κι οι σηκουμάρις!
 Σιαπού να βρει όριξ(η) μιτά για σιουσιουλέματα η μπαρμπαΝίκους αφού στου μυαλό τ’ ακόλ’σι η έγνοια να σουμώσ(ει) λιφτά για αλεύρ(ι), μη κι απομείνουν νηστ’κοί, δίχους ψουμί, όπους στην κατουχή, στην πείνα του σαράντα ένα!

Δημοσίευση σχολίου